Την αισιοδοξία του για την πορεία αλλά και το μέλλον των ελληνικών εξαγωγών αγροτικών προϊόντων στη γερμανική αγορά εξέφρασε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μάκης Βορίδης, κατά την ομιλία του στο 7ο Ελληνογερμανικό e-Φόρουμ Τροφίμων, με τίτλο «Η πανδημική κρίση ευκαιρία αύξησης των ελληνικών εξαγωγών φρούτων στη Γερμανία».

Ο αρμόδιος υπουργός αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο πρωτογενής τομέας της χώρας μας εξαιτίας πανδημίας του κοροναϊού, σημειώνοντας πως «κατά την περίοδο της πανδημίας διαμορφώθηκαν δύσκολες συνθήκες για την παραγωγή τροφίμων όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση ανταπεξήλθε σε αυτές τις προκλήσεις».

Μίλησε για δύο βήματα που έγιναν από πλευράς ΕΕ προκειμένου να μη διαταραχθεί η παραγωγή διαδικασία, τις πράσινες λωρίδες κυκλοφορίας τροφίμων και τους εργάτες γης, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «διευκολύναμε τις μετακινήσεις εργατών γης από κράτος σε κράτος». Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον «καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα» πρόσθεσε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων συμπληρώνοντας «κάποιοι κλάδοι στον πρωτογενή τομέα πήγαν καλά και άλλοι όχι».

Μεταξύ αυτών ο τομέας των φρούτων και των λαχανικών «υπήρξαν εξαιρετικά ευνοημένοι για την Ελλάδα», επισήμανε.Κύριος λόγος που συνέβη αυτό, σύμφωνα με τον κ. Βορίδη, ήταν η «στροφή» των καταναλωτών «σε προϊόντα πιο υγιεινά και σε αυτά που θεωρούνται ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τους ιούς». Αναφορικά για τους «κλάδους του κρασιού και των αλιευμάτων ήταν μια δύσκολη χρονιά» καθώς συνδέονται άμεσα με την εστίαση η οποία επλήγη ιδιαίτερα από την πανδημία του κορονοϊού.

Μιλώντας για τη Γερμανία ο κ. Βορίδης σημείωσε ότι το εμπορικό ισοζύγιο είναι θετικό για τη χώρα μας, με τις εξαγωγές να ανέρχονται σε 93 εκατ. ευρώ έναντι των 609.000 ευρώ στις εισαγωγές. Μάλιστα τόνισε ότι «το 2009 το έλλειμμα του αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου ήταν 2,6 δισ. ευρώ, το 2019 περιορίστηκε στα 600 εκατ. ευρώ και φέτος, το έλλειμμα θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο, στα 200 με 300 εκατ. ευρώ». Κάτι που σύμφωνα με τον ίδιο θα καταστήσει τον πρωτογενή τομέα σύντομα έναν «καθαρό φορέα συνεισφοράς στην οικονομία» με πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο.

Υπογράμμισε ότι οι Γερμανοί καταναλωτές αναζητούν προϊόντα πιο υγιεινής παραγωγής και «είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερο για να έχουν καλύτερα προϊόντα» και «πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτές τις απαιτήσεις». Για τις ευκαιρίες αλλά και για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ελληνικός πρωτογενής τομέας, μίλησε από την πλευρά της η Μιχαέλα Μπαλή, director για την Ελλάδα και την Κύπρο του Γερμανικού Οργανισμού Προώθησης Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου (GTAI), ανοίγοντας την αυλαία του πρώτου ψηφιακού πάνελ του φόρουμ με τίτλο «Οδικός χάρτης» εξαγωγών στον αγροδιατροφικό κλάδο».

Όπως σημείωσε «ο ελληνικός τομέας χαρακτηρίζεται από τον κατακερματισμό» κάτι το οποίο όπως υπογράμμισε είναι «μεγάλο θέμα» όπως και «η μικρή γκάμα προϊόντων που μπορεί να διαθέσει».Τόνισε πως είναι σημαντικό θέμα η «συνεργασία μεταξύ των παραγωγών, των συνεταιρισμών». Έθεσε καίρια ερωτήματα εάν «ο Έλληνας παραγωγός προτού εξάγει έχει σκεφτεί εάν μπορεί να εξάγει και αν έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει τη παραγωγή» αλλά και «αν έχει τα μέσα και τα χρήματα για να κάνει επενδύσεις στη γραμμή παραγωγής ή για να πάρει κάποιες πιστοποιήσεις».

Μιλώντας για τη γερμανική αγορά σημείωσε ότι είναι μια απαιτητική αγορά στην οποία είναι «σημαντική η σχέση τιμής-ποιότητας» και ο Γερμανός καταναλωτής «δεν θα πληρώσει έτσι απλά για να πάρει ένα προϊόν» αλλά μόνο για κάτι ποιοτικό ή κάτι ειδικό.Την ίδια άποψη διατύπωσε και ο εμπορικός διευθυντής, Κοινοπραξία Συνεταιρισμών Ημαθίας, Θεόδωρος Δεβετζής, λέγοντας πως «οι Γερμανοί μπορούν να δώσουν το κάτι παραπάνω για ένα προϊόν αν ξέρουν ότι είναι υγιεινό και ότι βοηθάει τον οργανισμό τους, καθώς και αν γνωρίζουν ότι ο παραγωγός τους είναι περιβαλλοντικά υπεύθυνος».

Σημείωσε ότι «η Γερμανία σαν εισαγωγέας είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας φρέσκων φρούτων και λαχανικών στην Ευρώπη» και ότι «τα μεγέθη είναι μεγάλα» φέρνοντας ως παράδειγμα τα σούπερ μάρκετ που δραστηριοποιούνται εκεί. Σούπερ μάρκετ που όπως ανέφερε έχουν τζίρο περί τα 233 δισ. ευρώ που ανέρχεται περίπου όσο το ΑΕΠ χωρών όπως η Ελλάδα «κάτι που τους δίνει δύναμη και διαπραγματευτική ισχύ» καθώς «διαθέτουν το 72% μερίδιο αγοράς στο λιανεμπόριο».

Για τις συσκευασίες των νωπών φρούτων και λαχανικών μίλησε από την πλευρά του ο Ιάσονας Ρόης, διευθυντής Εξαγωγών & Ανάπτυξης Νέων Προϊόντων, Αφοί Ρόη ΑΕ. Όπως δήλωσε οι πλαστικές διαφανείς συσκευασίες «βοηθούν τον καταναλωτή να δουν το προϊόν ενώ είναι και φιλικές προς το περιβάλλον καθώς μπορούν να ανακυκλωθούν».

Παράλληλα, μίλησε για τις χάρτινες συσκευασίες οι οποίες «αποτελούν μια οικολογική λύση και μπορούν να κατασκευαστούν από μια μεγάλη γκάμα υλικών και επιστρώσεων». Τέλος, τόνισε «υποχρέωση όλων μας να αναζητήσουμε και άλλες φιλικότερες λύσεις συσκευασίας όπου αυτό είναι εφικτό». Για τις δυνατότητες που υπάρχουν στον τομέα των Logistics στάθηκε κατά την ομιλία του ο managing director της GLOBAL MARITIME ENTERPRISES, Αντώνης Δούκας. «Μπορούμε να δώσουμε έναν συνδυασμό αξιοπιστίας στις μεταφορές των Logistics» και «πρέπει να συμβιβαστούμε με τα θέματα απαίτησης της ευρωπαϊκής αγοράς η οποία είναι η πλέον απαιτητική», υπογράμμισε.

Τις δράσεις και τις υπηρεσίες που προσφέρει το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο ανέλυσε ο Γιάννης Πατσιαβός, senior manager Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Μίλησε για τα πεδία δράσης του επιμελητηρίου και έφερε ως παράδειγμα την έκθεση τροφίμων ASIA fruit logistica η οποία όπως είπε «πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκθεση τροφίμων στην ασιατική ήπειρο, η οποία αποτελείται από 800 εκθέτες από 50 χώρες και με 13.500 εισαγωγείς και διανομείς, με αντιπροσώπους από 70 χώρες».

Τέλος, σε ότι έχει να κάνει με τα ελληνικά ακτινίδια ο κ. Πατσιαβός είπε ότι «η ζήτηση στην Ασία είναι αρκετά μεγάλη, καθώς έχουν καλή ποιότητα».