Η διεθνώς αναγνωρισμένη, επιτυχημένη αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της πανδημίας του κοροναϊού οφείλεται στην υιοθέτηση μιας στατιστικής εκτίμησης, που προερχόταν από ιατρικές διαπιστώσεις παγκοσμίως… Εκτίμησης που άλλες χώρες υποβάθμισαν την αξία της. Και αυτό είχε θλιβερές συνέπειες για τις χώρες αυτές και αισιόδοξες εξελίξεις στη χώρα μας. Μια διεθνής στατιστική λέει ότι με επιβεβλημένο περιορισμό στο 75% ενός πληθυσμού, ένα πρόσωπο που έχει προσβληθεί ύστερα από 5 ημέρες μολύνει 0,625 άτομα. Και στον έναν μήνα 2,5 άτομα. Με περιορισμό του 50% του πληθυσμού και επομένως λιγότερη έκθεση, αλλά όχι όπως στο προηγούμενο στατιστικό παράδειγμα, το ένα άτομο που έχει προσβληθεί από τη συγκεκριμένη λοίμωξη στις 5 ημέρες μολύνει 1,25 άτομα. Και στις 30 ημέρες, 15 άτομα.

Στην περίπτωση που δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο, δεν επιβάλλεται κανένας περιορισμός και η κυκλοφορία είναι ελεύθερη, τότε το ένα άτομο που έχει προσβληθεί στις 5 ημέρες μολύνει 2,5 άτομα σχεδόν διπλάσιο αριθμό ατόμων σε σχέση με τον περιορισμό κατά 50% του πληθυσμού και μετά την παρέλευση ενός μηνός θα έχει μολύνει 400 άτομα. Από μια άλλη στατιστική εκτίμηση, όσον αφορά στα οφέλη της κοινωνικής απόστασης, προκύπτει ότι αν η κυβέρνηση δεν είχε λάβει τα περιοριστικά μέτρα σε τέτοια έκταση από τις πρώτες ημέρες της πανδημίας, τότε στις πρώτες 15 ημέρες ενδεχομένως να είχε μεταδοθεί ο ιός σε 70.000 περιπτώσεις. Με σχετικό περιορισμό, ο αριθμός όσων κινδυνεύουν δυνητικά να μολυνθούν μειώνεται στις 35.000.

ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ… Το πιο εντυπωσιακό όμως, που επιβεβαιώνει την ορθότητα της σχετικής απόφασης από την ελληνική κυβέρνηση, είναι ότι, αν η καραντίνα καθυστερούσε μία ημέρα, τότε αυτοί που κινδύνευαν να προσβληθούν θα αυξάνονταν κατά 40%. ∆ηλαδή, σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο παράδειγμα, αυτοί που κινδυνεύουν να προσβληθούν αυξάνονται κατά 14.500 και φτάνουν από 35.000 στις 50.000. Οι παραπάνω μαθηματικές εκτιμήσεις έχουν την ιδιαίτερη σημασία τους, αν ληφθεί υπ’ όψιν το ανά ηλικία ποσοστό θνησιμότητας από τον κοροναϊό με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα. Από ηλικία 0 έως 19 ετών το ποσοστό είναι 0,1%, από 20 έως 49 το ποσοστό ανεβαίνει στο 0,3%, από 50 έως 59 στο 1,3% και πάνω από 60 το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο 6%.

Και τα ποσοστά αυτά επιβεβαιώνουν την ορθότητα της άμεσης αντίδρασης της κυβέρνησης Μητσοτάκη με τους περιορισμούς στην κυκλοφορία που επιβλήθηκαν, το κλείσιμο χώρων συγκέντρωσης και την απαγόρευση συγκεντρώσεων, αν ληφθεί υπ’ όψιν το ελληνικό δημογραφικό και το εντυπωσιακά αυξημένο προσδόκιμο ζωής στη χώρα μας, που έχει μεταβάλει την ισορροπία μεταξύ των νεότερων και μεγαλύτερων ηλικιών υπέρ των δεύτερων.

Θα πρέπει να αναφερθεί σχετικά ότι για τις ηλικίες άνω των 50 ετών έχουμε τα εξής διεθνή στατιστικά στοιχεία: Στην Ισπανία από τις 6.000 περιπτώσεις ατόμων που προσβλήθηκαν, οι 2.166 νοσηλεύθηκαν, 220 εισήχθησαν σε ΜΕΘ και 83, ήτοι το 1,4%, απεβίωσαν. Η Ιταλία, η Κίνα και η Νότια Κορέα έχουν ανακοινώσει ποσοστά θνησιμότητας αυτής της ηλικιακής κατηγορίας που ποικίλλουν από 0,4% έως 3,6%.

Οι διεθνείς στατιστικές αναφέρουν επίσης ότι για άτομα ηλικίας από 55 έως 64 ετών το 20,5% χρειάστηκε να νοσηλευθεί, το 4,7% εισήχθη σε ΜΕΘ και το 1,4% απεβίωσε. Για τις ηλικίες από 65 έως 74 ετών η εισαγωγή σε νοσοκομεία αντιπροσωπεύει το 28,6% όσων προσβλήθηκαν, το 8,1% εισήχθησαν σε ΜΕΘ και το 2,7% πέθανε.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά το Σάββατο 11 Απριλίου

Πηγή: parapolitika.gr