Τα «βέτο» Αθήνας και Λευκωσίας ενόψει της Συνόδου Κορυφής τον Ιούνιο απέναντι στην ακαμψία της Τουρκίας

Μετά τις καταγραφές των τουρκικών θέσεων στην Πενταμερή της Γενεύης και τις δηλώσεις του Ερντογάν
που ακολούθησαν, η κυβέρνηση έχει μια καθαρή εικόνα του πεδίου των ελληνοτουρκικών υποθέσεων. Στα διπλωματικά παρασκήνια της Αθήνας εκτιμάται ότι το «κλίμα» στην Ευρώπη και γενικότερα στο γεωπολιτικό περιβάλλον της χώρας μας δίνει ευκαιρίες για αποτελεσματική προβολή και υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων στα πεδία των προβλημάτων που προκαλεί η ταραχοποιός Τουρκία στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο. Σύμφωνα με πληροφορίες από έγκυρες πηγές του υπουργείου Εξωτερικών, εκτιμάται -το ίδιο και στο υπουργείο Αμυνας- ότι οι επόμενες ελληνικές κινήσεις πρέπει να σχεδιασθούν προγραμματισμένα, άσχετα από το πώς ακριβώς θα εξελιχθούν προσεχώς οι σχέσεις των ΗΠΑ με τον «ταραξία» Ταγίπ Ερντογάν. Στον ελληνικό «λογαριασμό» ήδη περιλαμβάνονται, άλλωστε, οι στενές στρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ, που δεν έχουν μόνο διμερές συμμαχικό ενδιαφέρον. Οι σχέσεις αυτές αποτελούν σημαντικό στοιχείο μιας «μεγάλης» στρατηγικής της Ουάσινγκτον και του αμυντικού συστήματος της Δύσης σε μια περιοχή που συνδέει τα βαλκανικά «περάσματα» στη Μαύρη Θάλασσα με τη «γραμμή» η οποία ενώνει τα Στενά με το Σουέζ.

Η θέση της Ελλάδας σε αυτή τη στρατηγική, σε σύνδεση με τις συμμαχίες της με Ισραήλ, Αίγυπτο και αραβικές χώρες, είναι συγκεκριμένη και δεν πρόκειται να αλλάξει, όπως κι αν θα «βελτίωνε» προσεχώς ο πρόεδρος Μπάιντεν τις αμερικανικές σχέσεις με την Αγκυρα. Βετεράνοι διπλωμάτες τόνιζαν προ ημερών σε ιδιαίτερες συζητήσεις τους με τα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» πως είναι πλέον καιρός να σχεδιάσει η Αθήνα τις κινήσεις της σε υποθέσεις εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας, αυτοτελώς, με συγκεκριμένους στόχους και όχι ως «απαντήσεις» σε πρωτοβουλίες της Τουρκίας – πράγμα που συνέβαινε επί έτη πολλά και έδωσε πολύτιμους «πόντους» στην Αγκυρα.

Τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας, το αδιέξοδο στο Κυπριακό και η «νέα» πολιτική Μπάιντεν στο ΝΑΤΟ σε σχέση με την Τουρκία

Με αυτά τα δεδομένα και με σημαντικό στοιχείο ότι οι εκτιμήσεις της κυβερνητικής διπλωματίας και του υπουργείου Εθνικής Αμυνας δεν συναντούν σήμερα διαφωνίες από την αξιωματική αντιπολίτευση και την «Κεντροαριστερά», η ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών ετοιμάζεται να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματά της στο πεδίο της ευρωπαϊκής διπλωματίας, ενόψει της Συνόδου Κορυφής του Ιουνίου. Με δεδομένο ότι το αυταρχικό καθεστώς Ερντογάν έχει αδιαφορήσει για τα όσα του επισήμαναν οι Ευρωπαίοι εταίροι (με γερμανικό «σέρβις») σε δύο Συνόδους Κορυφής, δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη αλλάξει τις αντιδημοκρατικές συμπεριφορές του στο εσωτερικό της Τουρκίας, ότι αρνείται να συμμορφωθεί με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και στο Κυπριακό αγνοεί παντελώς τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, η ελληνική κυβέρνηση κρίνει σήμερα ότι ήρθε η ώρα να καθορίσει η Ευρώπη στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής τα όρια ανοχής της στις αντιδυτικές πολιτικές του καθεστώτος Ερντογάν και να προβληματιστεί σοβαρά με την υπόθεση της αναζητούμενης νέας συμφωνίας Τελωνειακής Ενωσης Ε.Ε. – Τουρκίας.

Ισχυρά επιχειρήματα και «αντιστάσεις»

Στο πεδίο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση θα παρουσιάσει ισχυρά επιχειρήματα και «αντιστάσεις». Το ίδιο και η Λευκωσία, που είναι αποφασισμένη να ασκήσει βέτο σε μια τέτοια ευρωτουρκική συμφωνία, αφού η Τουρκία επιμένει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και επιπλέον αρνείται τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο Κυπριακό. Μάλιστα, ο Ερντογάν επιτίθεται στην Ε.Ε. επειδή εκείνη εκτιμά το Κυπριακό, όπως και η Αθήνα, ως ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η Αγκυρα είναι σε παραζάλη. Η διπλωματία της Αθήνας εκτιμά ότι στην Ε.Ε. οι «φιλίες» της Τουρκίας είναι πλέον πολύ περιορισμένες και ότι αυτό θα πιστοποιηθεί στη Σύνοδο Κορυφής, τον Ιούνιο. Αλλωστε, η ροή των εξελίξεων κατέστησε αχνό τον έρωτα Μέρκελ – Ερντογάν. Η ελληνική διπλωματία έχει στη βάση των εκτιμήσεών της για τη συμπεριφορά της Τουρκίας τη διαμορφωμένη πεποίθηση ότι η Τουρκία:

  1. Δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τις επιθετικές πολιτικές και διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και τις «επιχειρήσεις» των τουρκο-ισλαμιστών του Ερντογάν στη Θράκη.
  2. Δεν πρόκειται να δεχθεί πλέον για το Κυπριακό καμία λύση, πέραν της διχοτομικής, με δύο κυρίαρχα κράτη στο νησί και με την τουρκική στρατιωτική βάση της στον κατεχόμενο κυπριακό Βορρά μόνιμη και αδιαμφισβήτητη.

Αυτή η «εφ’ όλης της ύλης» τουρκική ακαμψία και οι σπασμωδικές κινήσεις της ορίζουν εν πολλοίς και τους όρους ενίσχυσης της στρατιωτικής θωράκισης της χώρας και της διαμόρφωσης σταθερών θέσεων και κινήσεων της Αθήνας. Η Ελλάδα, με σαφή ευρωατλαντικό προσανατολισμό, ασκεί από το 2020 μια εξωστρεφή και δραστήρια πολιτική στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Κι αυτό συμβαίνει σε ώρες μιας καμπής εξελίξεων δίπλα στην Ελλάδα, καθώς η φίλη της Ρωσίας, η Τουρκία, καλείται για πρώτη φορά μεταπολεμικά από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ να διαλέξει «στρατόπεδο» και να αποφασίσει «με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει».

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά