Τα… φάουλ στο Euro και οι προβληματισμοί για τη στάση της Βόρειας Μακεδονίας

Ενα άκρως ενδιαφέρον παρασκήνιο, τόσο πολιτικό και διπλωµατικό όσο και εσωκοµµατικό, έκρυβαν οι διεργασίες για την προώθηση προς κύρωση στη Βουλή των διµερών συµβάσεων µε τη Βόρεια Μακεδονία. Πρόκειται για µια διαδικασία η οποία, σύµφωνα µε τον κυβερνητικό προγραµµατισµό, θα µπορούσε να δροµολογηθεί ακόµα και στο διάστηµα που µεσολαβεί από τα µέσα Ιουλίου µέχρι και τα τέλη του επόµενου µήνα, σε συνδυασµό µε άλλα κρίσιµα κυβερνητικά νοµοσχέδια. Με τον τρόπο αυτό, στο Μέγαρο Μαξίµου υπολόγιζαν ότι, χάρη στη θερινή ραστώνη, αλλά και στη σηµασία των νοµοθετικών παρεµβάσεων που θα τρέξουν εντός του καλοκαιριού, θα καθίστατο εφικτή η υπερψήφιση των συµφωνιών µε τη γειτονική χώρα χωρίς να γιγαντώνονται οι εντυπώσεις που θα επιχειρούσε να δηµιουργήσει η αξιωµατική αντιπολίτευση περί δήθεν υπαναχώρησης του κυβερνώντος κόµµατος στο θέµα της Συµφωνίας των Πρεσπών, αλλά και ο επικοινωνιακός αντίκτυπος της προδιαγεγραµµένης στάσης των δύο πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραµανλή και Αντώνη Σαµαρά. Ακόµα ένα ζητούµενο, βεβαίως, για το πρωθυπουργικό επιτελείο ήταν η αποφυγή της άσκησης πίεσης στους «γαλάζιους» βουλευτές κυρίως της Βόρειας Ελλάδας από διάφορα κέντρα και παράκεντρα που πιθανώς θα επεδίωκαν να προκαλέσουν αναταραχή στο συγκεκριµένο µέτωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τους προηγούµενους µήνες, οπότε και µπήκε στην εξίσωση το θέµα της κύρωσης των συµβάσεων, ένα από τα βασικά θέµατα που κυριαρχούσαν στις παρασκηνιακές στήλες των πολιτικών εφηµερίδων και ιστοσελίδων ήταν οι διεργασίες για την ανεύρεση εισηγητή από τους κόλπους της κυβερνώσας πλειοψηφίας, αφού οι πρόθυµοι ήταν µετρηµένοι κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού. Τελικώς, τη λύση σε αυτό το δύσκολο, όπως προδιαγραφόταν για την κυβέρνηση, σταυρόλεξο έδωσε το ευρωπαϊκό πρωτάθληµα ποδοσφαίρου και η παρθενική εµφάνιση της γειτονικής χώρας στην τελική φάση. Οπως ήταν φυσικό, η Αθήνα αντέδρασε έντονα στην παρουσία των παικτών της Βόρειας Μακεδονίας στους αγωνιστικούς χώρους µε αρχικά που παρέπεµπαν στην προ της Συµφωνίας των Πρεσπών συνταγµατική ονοµασία του κράτους, όπως βεβαίως και στην πρόκληση από πλευράς Ζάεφ, ο οποίος, ξεχνώντας τι ακριβώς υπέγραψε µε τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, αγνόησε τον εν λόγω γεωγραφικό προσδιορισµό σε µήνυµα στήριξης της εθνικής του οµάδας, το οποίο ανήρτησε στο Τwitter. Επειτα από αυτή την εξέλιξη και παρά την αναδίπλωση του πρωθυπουργού Ζάεφ, ο οποίος απολογήθηκε για τη χρήση του όρου «Μακεδονία… σκέτο» και ταυτόχρονα ζήτησε την προσαρµογή της ποδοσφαιρικής οµοσπονδίας της χώρας του στις προβλέψεις της Συµφωνίας των Πρεσπών, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να αναβάλει σιωπηλά (ούτως ή άλλως, χαµηλούς τόνους κρατούσε όλον αυτό τον καιρό, για ευνόητους λόγους) και «µέχρι νεωτέρας» την περιβόητη κύρωση.

ΟΙ ΔΥΟ ΠΡΩΗΝ

Πριν, όµως, οι καταστάσεις οδηγήσουν σε αυτό το σηµείο, στο εσωτερικό της Ν.∆. κάθε άλλο παρά µυστικό αποτελούσαν οι εκ διαµέτρου αντίθετες απόψεις που ευδοκιµούν όσον αφορά τη χρησιµότητα κύρωσης των συµβάσεων από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαµαράς είχε ξεκαθαρίσει σε εκείνη την αλήστου µνήµης συνέντευξή του στην «Καθηµερινή» πως δεν επρόκειτο να ακολουθήσει την κεντρική γραµµή. Ανάλογες ενστάσεις εξέφραζαν στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους και µια µερίδα κυβερνητικών βουλευτών που διατηρούν δίαυλο επικοινωνίας µαζί του, χωρίς πάντως σε καµία περίπτωση να αφήνουν υπονοούµενα περί διαφοροποίησης την ώρα της ψηφοφορίας. Εξάλλου, και ο ίδιος διεµήνυε προς πάσα κατεύθυνση πως αυτόν τον δρόµο έπρεπε να τον βαδίσει µόνος του. «Ο Σαµαράς δεν θέλει να φανεί ασυνεπής στις θέσεις που καθόρισαν την πολιτική του πορεία διαχρονικά, αλλά επίσης θα ήθελε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύνδεση του ονόµατός του µε αµφισβήτηση των επιλογών του Κυριάκου Μητσοτάκη», τονίζουν διαχρονικοί µόνιµοι συνοµιλητές του Μεσσήνιου

Το εσωτερικό παρασκήνιο και οι στοχεύσεις της ελληνικής πλευράς για το άμεσο μέλλον

πολιτικού. Σε ό,τι αφορά τον Μακεδόνα πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραµανλή, προτίµησε, όπως το συνηθίζει, να µην προβεί σε δηµόσιες τοποθετήσεις ή διαρροές. Ωστόσο, όπως είναι σε θέση να γνωρίζουν τα «Π», έχει µεταφέρει στον Κυριάκο Μητσοτάκη εδώ και πολύ καιρό την άποψη ότι η κυβέρνηση δεν έχει κανέναν λόγο να βιαστεί σε αυτήν τη συγκυρία, αφού πρόκειται κατά βάση για τυπικού χαρακτήρα διευθετήσεις. Αντιθέτως, εκείνοι που βρίσκονται στη γωνία είναι οι γείτονες, δεδοµένης και της άρνησης κρατών-µελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως η Γαλλία ή η Βουλγαρία, να αντιµετωπίσουν µε θετική οπτική τις πρωτοβουλίες προώθησης της ενταξιακής πορείας της Βόρειας Μακεδονίας. Αξίζει να σηµειωθεί ότι στο ίδιο µήκος κύµατος κινείτο εσχάτως στις δηµόσιες τοποθετήσεις του και ο γνώστης των διεθνών σχέσεων και πλέον υφυπουργός Παιδείας, Αγγελος Συρίγος, τη γνώµη του οποίου εµπιστεύεται ιδιαίτερα ο πρωθυπουργός. Υπενθυµίζεται, µάλιστα, ότι ο ίδιος φάνταζε ως φαβορί για το πόστο του εισηγητή για τις συµβάσεις (είχε αυτοπροταθεί), αν όλα εξελίσσονταν σύµφωνα µε το πρόγραµµα και η κύρωση της συµφωνίας εξελισσόταν τον Ιούλιο.

ΣΟΒΑΡΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Σε ό,τι αφορά την ουσία των πραγµάτων, παρά τις ξεκάθαρες αντιθέσεις της µε ορισµένες σηµαντικές παραµέτρους της Συµφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ, η κυβέρνηση, διά του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών, Νίκου ∆ένδια, έχει καταστήσει σαφές πως θα σεβαστεί τη συνέχεια του κράτους. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία γεγονότα συνιστούν, σύµφωνα µε πηγές της ελληνικής διπλωµατίας, µια πρώτης τάξεως αφορµή ώστε να ανοίξουν κάποια θέµατα σχετικά µε την τήρηση των συµφωνηθέντων από την πλευρά των Σκοπίων και, ακολούθως, να προκύψει από τον Σεπτέµβριο και µετά ένα πολύ πιο αξιόπιστο πλαίσιο επαφής των δύο κρατών, που θα οδηγήσει όχι µόνο στην οµαλή υπερψήφιση από το ελληνικό Κοινοβούλιο των πολυσυζητηµένων συµβάσεων, αλλά κυρίως στην έµπρακτη στήριξη από την Αθήνα της ευρωπαϊκής προοπτικής της Βόρειας Μακεδονίας.

«Εκείνοι έχουν ανάγκη τώρα από σοβαρές και ουσιαστικές συµµαχίες. Εµείς και στη σκοπιανή κυβέρνηση αλλά και στους Ευρωπαίους εταίρους, όπως και στην Ουάσινγκτον, έχουµε ξεκαθαρίσει ότι θα ενισχύσουµε την προσπάθειά τους, αρκεί να µην υπάρχουν ηθεληµένα ή µη πισωγυρίσµατα», επισηµαίνουν υψηλόβαθµοι παράγοντες του υπουργείου Εξωτερικών.