Σήµερα, η Τουρκία αποτελεί έναν αβέβαιο σύµµαχο, που κατρακυλά στoν θρησκευτικό φονταµενταλισµό

Κάποτε αποτελούσε το λαµπρό αστέρι του ΝΑΤΟ στην περιοχή και στη διεθνή σκηνή για την οικονοµική και πολιτική οξυδέρκεια των αξιωµατούχων της, τον θρησκευτικό συµβιβασµό και το λεγόµενο κοσµικό Ισλάµ. Σήµερα, η Τουρκία αποτελεί έναν αβέβαιο σύµµαχο, που κατρακυλά στoν θρησκευτικό φονταµενταλισµό.

Υπάρχει µια αργή και σταθερή διολίσθηση προς µια αυταρχική εδραίωση της εξουσίας από τον Ερντογάν και το AKP από το 2011. Οι κρίσιµοι κρατικοί θεσµοί έχουν αλωθεί από πιστούς της οικογένειας ή του κόµµατος και η κάποτε ζωντανή οικονοµία της Τουρκίας διοικείται µέσω οικογενειακών δικτύων, παρόµοιων µε εκείνα άλλων αυταρχικών καθεστώτων.

Ενα κοινό επιχείρηµα µεταξύ των ξένων αναλυτών είναι ότι, εάν ο Ερντογάν και το εκτελεστικό του προεδρικό σύστηµα, αλά τούρκα, αντικατασταθούν, τα δεινά της Τουρκίας θα εξαφανιστούν αµέσως.

Η πραγµατικότητα, όµως, µπορεί να είναι διαφορετική. Η αποχώρησή του θα σήµαινε ότι η Τουρκία θα επέστρεφε σε έναν διχαστικό κύκλο συγκρούσεων κοσµικών – φονταµενταλιστών, η οποία θα είχε πιθανόν απρόοπτα αποτελέσµατα. Μέσω του ελέγχου των µέσων ενηµέρωσης, της εκπαίδευσης και του ισλαµικού λόγου από το AKP, ο τουρκικός ισλαµικός εθνικισµός είχε µια µεταµορφωτική επίδραση στην κοινωνία της γείτονος.

Εχει αποκτήσει βαθιές ρίζες και πλέον είναι δύσκολος ο εκριζωµός του. Και είναι απίθανο µέσα σε µια πιθανή δίνη εσωτερικών προβληµάτων να αλλάξει η εξωτερική πολιτική της χώρας. Η Αθήνα δεν θα πρέπει να πιστέψει ότι η διαγωγή της Τουρκίας και οι επεκτατικές της σκέψεις θα αλλάξουν.

Αντίθετα, πιθανόν η κρίση να ενταθεί, καθώς το κεµαλικό κατεστηµένο και οι εκφραστές του θα αποτολµήσουν αυτό που οι «ερντογανικοί» απλώς συζητούσαν.

Και το δόγµα Mavi Vatan («Γαλάζια πατρίδα») στη Μεσόγειο είναι ένα παράδειγµα στρατηγικής που θα ξεπεράσει τον Ερντογάν και θα συνεχίσει να διαµορφώνει την τουρκική εξωτερική πολιτική για ευρύ χρονικό διάστηµα. Αλλά δεν έχουν χαθεί όλα για τους υποστηρικτές της ∆ηµοκρατίας στη χώρα.

Η αντιπολίτευση έχει αυξήσει τη δηµοτικότητά της και προσωποποιείται από προσεκτικούς και υπεύθυνους πολιτικούς ηγέτες, όπως ο δήµαρχος της Κωνσταντινούπολης, Εκρέµ Ιµάµογλου, και ο δήµαρχος της Αγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς.

Μια ώθηση προς µια πιο δηµοκρατική και πλουραλιστική Τουρκία είναι πολύ πιθανή µετά τον Ερντογάν, αλλά η ικανότητα των πιο δηµοκρατικών δυνάµεων να αναιρέσουν την ιδεολογική και δοµική επιρροή της µακροχρόνιας διακυβέρνησης του AKP είναι λιγότερο βέβαιη.

Μεταξύ αυτών που παρατάσσονται για να διεκδικήσουν ρόλο είναι ο Αχµέτ Νταβούτογλου και ο πρώην υπουργός Οικονοµικών Αλί Μπαµπατζάν, πρώην µέλη του συντηρητικού Κόµµατος ∆ικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Τ. Ερντογάν ή του AKP, που έχουν ιδρύσει νέα κόµµατα.

Ο Νταβούτογλου, βγαίνοντας από πέντε χρόνια στον πάγο, µετά τη διαµάχη µε τον Τ. Ερντογάν και την παραίτησή του από την πρωθυπουργία, ελπίζει να καταφέρει να αποµακρυνθεί από την πιστή βάση υποστήριξης του προέδρου και να βοηθήσει να ανατρέψει τον άλλοτε φίλο και σύµµαχό του.

Μαζί τους, οι ισχυρότεροι παίκτες της εξακοµµατικής συµµαχίας είναι το κεντροαριστερό Ρεπουµπλικανικό Λαϊκό Κόµµα και το εθνικιστικό Καλό Κόµµα, µε επικεφαλής την ηγετική πολιτικό της Τουρκίας Μεράλ Ακσενέρ. Ο Αχµέτ Νταβούτογλου ήταν ο πρώτος που δηµοσίευσε το σχέδιό του για επιστροφή σε κοινοβουλευτικό σύστηµα.

Πρότεινε ο Πρόεδρος να γίνει ένας συµβολικός αρχηγός κράτους και να αφαιρεθεί από τις εξουσίες του το να κυβερνά µε διάταγµα, να ασκεί βέτο στους νόµους και να εγκρίνει τον Προϋπολογισµό, καθώς και να γίνει ανεξάρτητο το δικαστικό σώµα.

Επιπρόσθετα, έχει προτείνει ότι ο Τ. Ερντογάν, που θέσπισε το προεδρικό σύστηµα µε δηµοψήφισµα που κέρδισε οριακά το 2017, θα µπορούσε να επιλέξει να επιστρέψει σε ένα κοινοβουλευτικό σύστηµα µε πλειοψηφία δύο τρίτων στη Βουλή ή η αντιπολίτευση να επιδιώξει να το κάνει έπειτα από εκλογές.