Ο πρωθυπουργός ήταν σε τακτική επαφή όλο αυτό το διάστημα με τους κυρίους Δένδια και Παναγιωτόπουλο για τη συμφωνία

Πρώτα η στρατηγική εταιρική σχέση με τη Γαλλία
, μετά η ανανέωση και εμβάθυνση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) με τις ΗΠΑ, κι έπεται η νέα Τριμερής Σύνοδος Κορυφής Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου, σήμερα Τρίτη (19/10) στην Αθήνα, με τη συμμετοχή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, και του προέδρου της Αιγύπτου, Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι. Η διπλωματική «βεντάλια» της κυβέρνησης έχει ανοίξει, ενισχύοντας τη θέση και τον ρόλο της χώρας όχι μόνο έναντι της Τουρκίας, αλλά κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. Οι διαβουλεύσεις την τελευταία διετία μεταξύ Αθήνας και Ουάσινγκτον ήταν διαρκείς και σύνθετες. Τότε, τον Οκτώβριο του 2019, οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο κρατών, Νίκος Δένδιας και Μάικ Πομπέο, υπέγραψαν την Τροποποίηση του Παραρτήματος της Συμφωνίας -που είχε συναφθεί πρώτη φορά το 1990 μεταξύ Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και Τζορτζ Μπους– με στόχο την επικαιροποίηση και την αναγκαία προσαρμογή της Συμφωνίας στις τρέχουσες γεωπολιτικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή, αναβαθμίζοντας σημαντικά τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας.

Μεταξύ άλλων διευρύνθηκε μέσω της Τροποποίησης το αποτύπωμα της παρουσίας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, μέσω της φιλοξενίας αμερικανικών δυνάμεων σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, των οποίων η διοίκηση και ο έλεγχος παραμένουν στην ελληνική πλευρά. Οι εγκαταστάσεις αυτές είναι στην περιοχή της Σούδας (Μαράθι), στην αεροπορική βάση της Λάρισας, στο Στεφανοβίκειο Μαγνησίας και στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης.

Οι τακτικές επαφές Μητσοτάκη – Δένδια – Παναγιωτόπουλου πριν την υπογραφή 

Η προσθήκη νέων εγκαταστάσεων συζητήθηκε επί μακρόν, αλλά τελικά δεν συμφωνήθηκε. Το ίδιο διάστημα, εξάλλου, οι ΗΠΑ προχώρησαν με ορισμένα μάλιστα θεαματικά βήματα, όπως η συμφωνία AUΚUS, στη σταδιακή αποδέσμευσή τους από την Ευρώπη και στη στροφή του ενδιαφέροντός τους στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Στο πλαίσιο αυτό, όπως τονίζουν κυβερνητικές πηγές, οι ΗΠΑ επιλέγουν την Ελλάδα, ως μια από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες επενδύουν για το μέλλον, ενισχύοντας το γεωπολιτικό και στρατηγικό τους αποτύπωμα, με συμβατική δέσμευση που θα ακολουθηθεί ανεξαρτήτως του ενοίκου του Λευκού Οίκου, καθώς είναι τουλάχιστον πενταετής η διάρκεια της συμφωνίας. Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι την ίδια ώρα που οι ΗΠΑ επενδύουν στην Ελλάδα, σε αντιδιαστολή και σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν υπάρχει αντίστοιχη κίνηση προς την Τουρκία. Ιδιαίτερη σημασία δίνουν επίσης στην επιλογή της Αλεξανδρούπολης, η οποία όπως τονίζουν υποδηλώνει μεταξύ άλλων την αμερικανική βούληση ενίσχυσης της ασφάλειας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αλλά με παράκαμψη των Στενών, με ό,τι οφέλη αυτό συνεπάγεται για την περιοχή του Έβρου και ευρύτερα της Θράκης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που ήταν σε τακτική επαφή όλο αυτό το διάστημα με τους κυρίους Νίκο Δένδια και Νίκο Παναγιωτόπουλο για το ζήτημα της ανανέωσης της MDCA, στο τηλεοπτικό του μήνυμα -το οποίο επέλεξε για να δείξει τη βαρύτητα της συμφωνίας- στάθηκε σε τρία συγκεκριμένα οφέλη: Πρώτον, στην ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Δεύτερον, στην ηχηρή, όπως τη χαρακτήρισε, ψήφο εμπιστοσύνης προς τη χώρα μας ως πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας στην ταραγμένη περιοχή μας. Τρίτον, στο γεγονός ότι μετά τη στρατηγική εταιρική σχέση αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία, η χώρα μας προσθέτει ακόμα έναν κρίκο στην αλυσίδα των διμερών συμμαχιών της, θωρακίζοντας τα εθνικά της συμφέροντα και τον δυναμικό γεωπολιτικό της ρόλο και ενισχύοντας την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά και τους διατλαντικούς δεσμούς, όπως τόνισε στο μήνυμά του ο πρωθυπουργός.

Δύο ακόμα στοιχεία – κλειδιά από τη συμφωνία με τις ΗΠΑ

Στο Μέγαρο Μαξίμου και στο υπουργείο Εξωτερικών τονίζουν με ένταση ακόμα δύο στοιχεία από τη συμφωνία με τις ΗΠΑ. Το ένα είναι το γεγονός ότι η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας θωρακίζεται περαιτέρω, μέσω τόσο της ρητής αναφοράς στο κείμενο της συμφωνίας όσο και της παρουσίας αμερικανικών δυνάμεων σε περιοχές-κλειδί, όπως ο Εβρος ή η Κρήτη. Το δεύτερο είναι ότι οι ΗΠΑ ουσιαστικά καταδικάζουν το «casus belli» για πρώτη φορά σε συμβατικό κείμενο. Με την επιβεβαίωση της απόφασης για αμοιβαία προστασία της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας, αλλά και των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην υφαλοκρηπίδα και της ΑΟΖ κατά ενεργειών που απειλούν την ειρήνη, περιλαμβανομένης της ένοπλης επίθεσης, καθώς και με τη δέσμευση των δύο πλευρών να αποτρέψουν τέτοιες ενέργειες, αλλά και να αντιταχθούν σε αυτές, όπως λένε κυβερνητικές πηγές, είναι η πρώτη φορά που αποτυπώνεται σε συμβατικό κείμενο με τις ΗΠΑ η ουσιαστική απόρριψη της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής (το «casus belli» είναι του 1995, άρα μετά την υπογραφή της MDCA).