Στη µεγαλύτερη αλλαγή του ασφαλιστικού συστήµατος των τελευταίων δεκαετιών προχωρά η κυβέρνηση, σύµφωνα µε αποκλειστικά στοιχεία που παρουσιάζουν σήµερα τα «Π», καθώς αναδοµείται ο τρόπος διαχείρισης και υπολογισµού των επικουρικών συντάξεων. Ολα τα επικουρικά ταµεία συγχωνεύονται σε µια νέα εταιρεία, η οποία θα επενδύει τις εισφορές των ασφαλισµένων µε κανόνες ελεύθερης αγοράς. Το νέο σύστηµα σχεδιάζεται να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2022 και, σύµφωνα µε τη δέσµευση της κυβέρνησης, δεν θα υπάρξει καµία επίπτωση στις σηµερινές συντάξεις. Αν το σύστηµα πετύχει, πολλοί είναι εκείνοι που εκτιµούν ότι θα αποτελέσει οδηγό για ενδεχόµενη αντίστοιχη αλλαγή και στην κύρια ασφάλιση, όπως δηλαδή συµβαίνει στη συντριπτική πλειονότητα των ανεπτυγµένων χωρών.

Αντίθετα, σύµφωνα µε τους κυβερνητικούς και τεχνικές προβλέψεις, αν δεν προχωρήσει στις σχεδιαζόµενες αλλαγές, θα υπάρξει δραστική µείωση των επικουρικών συντάξεων το προσεχές διάστηµα. Σύµφωνα µε την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, η µέση επικουρική σύνταξη ως ποσοστό του µέσου µισθού θα µειωθεί από 16% το 2020 σε 9,5% το 2060. Αυτό συµβαίνει διότι αλλάζει βίαια (λόγω της υπογεννητικότητας αλλά και του brain drain) ο λόγος µεταξύ εργαζοµένων και συνταξιούχων. Τη δεκαετία του 1950 αντιστοιχούσαν 5 εργαζόµενοι σε κάθε συνταξιούχο. Η πληρωµή της σύνταξης από τις εισφορές ήταν µια εύκολη υπόθεση. Σήµερα αντιστοιχούν µόλις 2,67 εργαζόµενοι για κάθε συνταξιούχο και η κατάσταση είναι ακόµα χειρότερη σε ό,τι αφορά τις επικουρικές συντάξεις, όπου καταβάλλει εισφορές µόνον 1,7 εργαζόµενος για κάθε συνταξιούχο (δεν είναι όλοι υπόχρεοι επικουρικής ασφάλισης). Η κατάσταση θα συνεχίσει να επιδεινώνεται και το 2060 προβλέπεται ότι θα φθάσουµε να αντιστοιχεί µόνον 1,58 εργαζόµενος για κάθε συνταξιούχο. Ηδη από το 2030 η Ελλάδα αναµένεται να είναι η πιο γερασµένη ευρωπαϊκή χώρα, σύµφωνα µε τη Eurostat.

Επένδυση χρημάτων

Το νέο Ασφαλιστικό που σχεδιάζεται έχει τη σφραγίδα του υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οικονοµολόγου – καθηγητή Πάνου Τσακλόγλου (ΟΠΑ, ΙΖΑ, LSE), ο οποίος έχει επικεντρώσει επί σειράν ετών την έρευνά του σε ζητήµατα οικονοµικής ανισότητας, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισµού, οικονοµικών αποδόσεων της εκπαίδευσης και αναδιανεµητικού ρόλου του κράτους. Σύµφωνα µε πληροφορίες των «Π», θα αποτελέσει τον επόµενο νόµο που θα φέρει προς διαβούλευση και κύρωση το υπουργείο Εργασίας και θα µετατρέψει το σύστηµα από διανεµητικό σε κεφαλαιοποιητικό. Θα επιχειρήσει, δηλαδή, να επενδύσει τα χρήµατα που καταβάλλουν οι εργαζόµενοι ως εισφορές για την επικουρική τους σύνταξη, µε τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι µεγάλοι διεθνείς επενδυτικοί οργανισµοί και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια διεθνώς. ∆ηλαδή, σε µετοχές, οµόλογα και άλλες κινητές αξίες που µπορούν να αποφέρουν κέρδη, όπως συµβαίνει στις περισσότερες δυτικές χώρες.

Αντί, δηλαδή, οι εισφορές των νέων να χρησιµοποιούνται για την πληρωµή της επικουρικής σύνταξης των σηµερινών συνταξιούχων, θα αποταµιεύονται και θα επενδύονται, δηµιουργώντας ένα αποθεµατικό, από το οποίο θα πληρωθούν οι µελλοντικές τους συντάξεις. Για κάθε ασφαλισµένο, θα δηµιουργηθεί ένας «κουµπαράς», που θα περιλαµβάνει τα χρήµατα που ο ίδιος τοποθέτησε. Η διαχείριση θα γίνεται από εξειδικευµένους διαχειριστές, η πρόσληψη των οποίων θα γίνεται µε ανοιχτή διαδικασία, για να διασφαλιστεί η µεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια.
Οι ασφαλισµένοι θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής µεταξύ τριών διαφορετικών «τύπων» χαρτοφυλακίου για την επένδυση των χρηµάτων τους. Η βασική επιλογή θα είναι ένας τύπος µέσου, «ισορροπηµένου» χαρτοφυλακίου, στην οποία θα εντάσσονται όλοι οι ασφαλισµένοι ως προεπιλογή. Αν, ωστόσο, το επιθυµούν, θα µπορούν να αλλάξουν την επιλογή τους είτε σε ένα πιο συντηρητικό χαρτοφυλάκιο είτε σε ένα χαρτοφυλάκιο υψηλότερου ρίσκου, το οποίο θα µπορεί να αποφέρει µεγαλύτερες αποδόσεις. Οι πολίτες θα µπορούν να έχουν τον πλήρη έλεγχο των εισφορών τους και των αποδόσεών τους µέσω ηλεκτρονικής πρόσβασης από το κινητό ή / και τον υπολογιστή τους, ανά πάσα στιγµή.

Αξίζει να σηµειωθεί ότι το κράτος εγγυάται (βάσει Συντάγµατος) την κοινωνική ασφάλιση, ενώ και για τη νέα επικουρική σύνταξη προβλέπεται κρατική εγγύηση. Συγκεκριµένα, το ποσό της επικουρικής σύνταξης θα υπολογίζεται κατ’ ελάχιστο στη βάση του ύψους των εισφορών που έχουν καταβληθεί, λαµβάνοντας υπ’ όψιν και τον πληθωρισµό. Συνεπώς, κανείς δεν θα πάρει επικουρική σύνταξη χαµηλότερη από αυτήν που αντιστοιχεί στις εισφορές που κατέβαλε. Αντίθετα, τα όποια κέρδη προκύψουν από τη διαχείριση θα προστίθενται στο ποσό της βασικής επικουρικής. Η διεθνής εµπειρία έχει δείξει ότι τα κέρδη για τους ασφαλισµένους είναι πολύ µεγαλύτερα όταν υπάρχει ενεργητική διαχείριση των κεφαλαίων.

Ποιους αφορά

Το νέο σύστηµα αφορά υποχρεωτικά όσους µισθωτούς και αυτοαπασχολουµένους εισέλθουν στην αγορά εργασίας από την 1η Ιανουαρίου 2022 και υποχρεούνται να έχουν επικουρική ασφάλιση. Προαιρετικά, επίσης, µπορούν να ενταχθούν στο νέο σύστηµα ασφαλισµένοι κάτω των 35 ετών οι οποίοι είτε δεν έχουν υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση είτε είναι ήδη ασφαλισµένοι στο υφιστάµενο σύστηµα. Το ποσοστό των εισφορών για την επικουρική ασφάλιση θα παραµείνει. Για όλους τους υπόλοιπους ασφαλισµένους δεν θα υπάρξει καµία αλλαγή. Το κράτος θα πληρώνει µέσω του Προϋπολογισµού τις επικουρικές συντάξεις τους. Θεωρείται, ωστόσο, κάτι περισσότερο από βέβαιο ότι, αν το νέο σύστηµα για τις επικουρικές κριθεί αποδοτικό, θα ανοίξει η όρεξη, ώστε να αλλάξει στο µέλλον και το σύστηµα των κύριων ασφαλίσεων, µέρος των οποίων, άλλωστε, καλύπτεται ακόµα και σήµερα από τον Προϋπολογισµό (εθνική σύνταξη).

Πόσο θα κοστίσει η μετάβαση και ποια θα είναι τα οφέλη

Ο προϋπολογισμός θα κληθεί να πληρώσει όλες εκείνες τις συντάξεις που δεν θα εντάσσονται στο νέο σύστηµα. Αυτό εκτιµάται ότι θα έχει ολοκληρωθεί έως το 2070. Σχετικές µελέτες, ωστόσο, της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και του ΙΟΒΕ καταδεικνύουν ότι κόστος θα υπάρχει µόνο για τα πρώτα δέκα έτη. Από εκείνο το σηµείο και µετά, θα έχουν µειωθεί αρκετά οι επικουρικές που θα πρέπει να καταβάλλονται µέσω του Προϋπολογισµού, ενώ θα αρχίσουν να αποδίδουν και οι επενδύσεις του νέου συστήµατος. Μετά τη δεκαετία, όλες οι µελέτες καταδεικνύουν ότι δεν θα υπάρχει καµία επιβάρυνση.

Αντίθετα, το σχέδιο εκπονήθηκε µε το σκεπτικό ότι θα υπάρχουν άµεσα οφέλη για την ελληνική οικονοµία. Αρµόδια στελέχη του οικονοµικού επιτελείου αναφέρουν ότι το νέο σύστηµα επικουρικής ασφάλισης µπορεί να συγκεντρώνει ετησίως ένα ποσό αρκετών δισεκατοµµυρίων ευρώ, το οποίο θα επενδυθεί σε σηµαντικό βαθµό στην ελληνική οικονοµία. Το βασικό κίνητρο για όσους σήµερα δεν είναι υπόχρεοι επικουρικής, ώστε να δώσουν τα χρήµατά τους προς διαχείριση στο ∆ηµόσιο, θα είναι, φυσικά, το ότι τα συγκεκριµένα ποσά θα είναι πλήρως αφορολόγητα, σε αντίθεση µε το τι συµβαίνει σε ανάλογα ασφαλιστικά ή άλλα προγράµµατα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών. Με τον τρόπο αυτόν, όχι µόνο θα ενισχυθεί το ΑΕΠ, αλλά εικάζεται ότι θα τονωθεί και η ανάπτυξη.

Το µεγάλο όφελος, φυσικά, θα προκύψει για τους ασφαλισµένους. Οχι µόνο θα αντιστραφεί η τάση µείωσης της επικουρικής σύνταξης (ως ποσοστό του µισθού τους), αλλά, αν ευοδωθούν όλες οι ευοίωνες προοπτικές που καταγράφουν οι διεθνείς οίκοι για το µέλλον της εθνικής οικονοµίας, τα κέρδη που θα προκύψουν (και θα προστεθούν στις συντάξεις τους) αναµένεται να είναι σηµαντικά.