Απόντες από την πρόσφατη εκδήλωση οι αυτοαποκαλούμενοι κληρονόμοι του καραμανλισμού, που επιχειρούν να εξυπηρετήσουν περιθωριακές πολιτικές επιδιώξεις

Tην τακτική, τις σκέψεις, αλλά και τα συναισθήματα οργής των πραγματικών πολιτικών επιγόνων του Κωνσταντίνου Καραμανλή απέναντι στα πρόσωπα που, επικαλούμενα την παρακαταθήκη του ιδρυτή της Ν.Δ., επιχειρούν μονίμως να ασκήσουν κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη, είτε για να εξυπηρετήσουν περιθωριακές πολιτικές επιδιώξεις είτε για να ξεπεράσουν το γεγονός ότι εδώ και πολλά χρόνια κατέστησαν ξένα σώματα για το στελεχικό δυναμικό και τη βάση του κόμματος, καταδεικνύει η απουσία τους από την πρόσφατη εκδήλωση του Ιδρύματος Καραμανλή για την πορεία της Ελλάδας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο λόγος για περιπτώσεις όπως ο άλλοτε κυβερνητικός εκπρόσωπος Ευάγγελος Αντώναρος, που από την εποχή Σαμαρά και μετά φιλοδοξεί να σηματοδοτεί την απεγνωσμένη προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσει ρήγμα στη Ν.Δ. εκ των έσω, οι πρώην υπουργοί Τσιτουρίδης και Σπηλιωτόπουλος, οι οποίοι ονειρεύονται παρεμβάσεις και πολιτικούς σχηματισμούς που θα μπορούσαν να πλήξουν την κυβέρνηση, και ο άλλοτε επικεφαλής του «γαλάζιου» Πολιτικού Σχεδιασμού, Νίκος Καραχάλιος, ο οποίος κατά καιρούς εμφανίζει διαφόρων ειδών επικοινωνιακές πλατφόρμες στα social media, θεωρώντας ότι θα βρει αυτό το… κάτι που λείπει από την κεντροδεξιά παράταξη και τον πολιτικό χάρτη της χώρας.

Δυστυχώς για τους ίδιους, ο μοναδικός πόλος που δείχνει ενδιαφέρον για να παρουσιάσει σοβαρά τη δράση τους είναι η «δέσμη» των ΜΜΕ που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ, κατόπιν φυσικά των κατευθύνσεων. Δεν λείπουν, βεβαίως, και εκείνες οι στήλες των εφημερίδων ή των ιστότοπων (καλή ώρα) που τους φιλοξενούν εν είδει ευτράπελου, με ισχυρές δόσεις γραφικότητας.
Στην ίδια κατηγορία θα μπορούσε κανείς να συμπεριλάβει τον Πάνο Καμμένο, ο οποίος στα χρόνια της κοινής κυβερνητικής πορείας του με τον Αλέξη Τσίπρα επιχειρούσε να ακουμπήσει σε κάποιου είδους «καραμανλικό άλλοθι».

Όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο στα χρόνια της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ όσο βεβαίως και την τελευταία διετία, με την άνοδο της Ν.Δ. στην εξουσία, η πλευρά του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή ουδέποτε ενέκρινε αυτήν τη λογική. Αντιθέτως, την ξόρκιζε και την απαξίωνε είτε διά της σιωπής είτε με στοχευμένες διαρροές, όποτε κρινόταν απαραίτητο.
«Ο Καραμανλής επέλεγε να μην τοποθετείται δημόσια για τις πράξεις τους, έστω κι αν δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έθεταν το συγκεκριμένο ζήτημα, γιατί δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να αναμειχθεί σε καταστάσεις και κινήσεις καταδικασμένες εν τη γενέσει τους. Ο ίδιος έστελνε τα μηνύματά του περί ενότητας αποκλειστικά σε σοβαρές περιστάσεις», υποστηρίζουν σε κάθε ευκαιρία τακτικοί συνομιλητές του.

Στον αντίποδα, πολύ πιο ενεργός στο μέτωπο αυτό, λόγω και της πιο έντονης κοινοβουλευτικής και γενικότερα δημόσιας παρουσίας του, ήταν ανέκαθεν ο σημερινός υπουργός Υποδομών, Κώστας Καραμανλής, ο οποίος, όπως είναι φυσικό, έχει πλέον ιδιαίτερα διευρυμένη εμπλοκή και σε ό,τι αφορά τη δραστηριότητα του Ιδρύματος Καραμανλή. Είναι αυτός που «άδειαζε» δημοσίως τον Ευάγγελο Αντώναρο, όταν προσπάθησε να κάνει «πολιτικές πλάτες» στο δίδυμο Τσίπρα – Καμμένου, χαρακτήριζε φαιδρότητες τις κινήσεις για το κόμμα Τσιτουρίδη και Ζώη, τις οποίες η ΕΡΤ των Παππά και Τζανακόπουλου παρουσίαζε ως… βόμβα, ενώ δεν δίσταζε διακριτικά μεν, αλλά ξεκάθαρα, να κρατά αποστάσεις ασφαλείας κάθε φορά που ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, συνδεόταν ή σώπαινε σε επιλογές της κυβέρνησης Τσίπρα που έρχονταν σε αντίθεση ακόμα και με θεμελιώδεις συνταγματικές προβλέψεις.

Δεν θα πρέπει, εξάλλου, να λησμονείται ότι η παρουσία Παυλόπουλου στο Προεδρικό Μέγαρο την προηγούμενη πενταετία προβαλλόταν από τους εν λόγω κύκλους (οι οποίοι είναι κοινό μυστικό ότι είχαν και έχουν τακτική επικοινωνία μαζί του) ως η απόδειξη των «υπόγειων επαφών» της τότε ηγεσίας του Μαξίμου με το καραμανλικό περιβάλλον.

Ο λόγος που οι πόρτες του καραμανλισμού θα παραμείνουν ερμητικά κλειστές για εκείνους

Παράλληλα, ο υπουργός σήμερα Κώστας Καραμανλής ακύρωνε σε κάθε ευκαιρία την επιχειρηματολογία Καμμένου περί ταύτισής του με την πολιτική παρακαταθήκη του καραμανλισμού, ευθυγραμμίζοντάς τον με ακροδεξιές πρακτικές και τονίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να έχει οποιαδήποτε σχέση με όλα όσα αντιπροσώπευε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Επειτα από όλα αυτά, εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς για ποιον λόγο οι πόρτες του καραμανλισμού θα παραμείνουν ερμητικά κλειστές για εκείνους που, επειδή τη δεκαετία του 2000 υπηρέτησαν την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα μάλιστα τον ίδιο και την παράταξη με τα καμώματά τους (ο Τσιτουρίδης απεπέμφθη δύο φορές, ο Αρης ενεπλάκη σε ουκ ολίγες περίεργες καταστάσεις και ο Αντώναρος δεν εξελέγη καν βουλευτής), θεωρούν ετσιθελικά ότι δικαιούνται μερίδιο από την κληρονομιά του.