Με στόχο να τοποθετήσει την Ελλάδα στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει να λαμβάνει πρωτοβουλίες και να χτίζει συμμαχίες σε κεντρικό επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες εκτιμά ότι ήδη αποδίδουν καρπούς. Οι συνεργάτες του θυμούνται ότι ακόμη από την προεκλογική περίοδο το πρώτο εξάμηνο του 2019, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε, τόνιζε σε δημόσιες παρεμβάσεις του ότι, έπειτα από τη μακρά περίοδο των μνημονίων και της εποπτείας, η χώρα μας πρέπει να συ – ζητά ισότιμα στην Ευρώπη και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες

Μια τέτοια, λοιπόν, ήταν κατ’ αρχάς η πρόταση που κατέθεσε στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. πέρυσι τον Απρίλιο για μια κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση όσον αφορά τις πατέντες ενός πιθανού (ακόμη τότε) εμβολίου κατά του κορονοϊού, προκειμένου -όπως τόνισε- να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση των κρατών-μελών σε αυτό όταν θα φτάσουμε στη φάση της μαζικής παραγωγής εμβολίων.
Ακολούθησε η από κοινού με άλλους οκτώ Ευρωπαίους ηγέτες επιστολή προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, με την οποία πρότειναν την έκδοση ενός ευρωπαϊκού ομολόγου μεγάλου μεγέθους και διάρκειας, προς όφελος όλων των κρατών-μελών, ώστε να χρηματοδοτηθούν σταθερά τόσο ο υγειονομικός αγώνας κατά του Covid-19 όσο και τα μέτρα αντιμετώπισης των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Η έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους ήταν ακόμη τότε ταμπού, που έσπασε τελικά έπειτα από μερικούς μήνες και οδήγησε στο Ταμείο Ανάκαμψης.
Στη συνέχεια ήρθε η κοινή επιστολή με άλλους ηγέτες για την αποβολή του Βίκτορ Ορμπαν και του κόμματος Fidesz από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, η πρωτοβουλία που έλαβε ο κ. Μητσοτάκης με άλλους τρεις ηγέτες κρατών-μελών της Ε.Ε. να ζητήσουν από την πρόεδρο της Κομισιόν να ξεκινήσει «εγκαίρως διάλογο με τους παραγωγούς των επερχόμενων εμβολίων, με στόχο να προλάβουμε πιθανά προβλήματα πριν αυτά εμφανιστούν» και άλλες αντίστοιχες ενέργειες.
Στις 12 Ιανουαρίου φέτος, ο πρωθυπουργός έστειλε επιστολή προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και όλους τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητώντας τη θέσπιση ενός κοινού ευρωπαϊκού πιστοποιητικού για τον εμβολιασμό κατά του κορονοϊού, με τη συμφωνία πλέον για το λεγόμενο «πράσινο πιστοποιητικό» να είναι πολύ κοντά.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Οι πρωτοβουλίες αυτού του χαρακτήρα θα έχουν και συνέχεια. Ήδη, στη συζήτηση στην οποία συμμετείχε ο πρωθυπουργός με τον ομόλογό του της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, στο πλαίσιο του Φόρουμ των Δελφών, άφησε να εννοηθεί ότι θα ζητήσει τη συνέχιση του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε., όχι απαραίτητα ως μηχανισμού, αλλά ως μεθόδου δανεισμού σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο και διανομής των χρημάτων αυτών στα κράτη-μέλη για συγκεκριμένες επενδύσεις.
Μιλώντας για τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι «εφόσον αυτά τα χρήματα δαπανηθούν σοφά για την επιτάχυνση των δύο μεταβάσεων (σ.σ.: πράσινη και ψηφιακή), θεωρώ ότι δεν θα είναι ένα μοναδικό γεγονός. Άρα, επαφίεται σε εμάς να διασφαλίσουμε ότι έχουμε τη σωστή προσέγγιση». Στη συνέχεια επισήμανε ότι δεν μπορεί η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι «απλά ένα μοντέλο εφάπαξ χρηματοδότησης».
ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ
Η στόχευση, βέβαια, αυτή είναι μεσοπρόθεσμη, αλλά με τον τρόπο αυτόν ο Έλληνας πρωθυπουργός βάζει τις πρώτες βάσεις για ένα μόνιμο μελλοντικό μοντέλο κοινής έκδοσης ευρωπαϊκού χρέους προς όφελος των εθνικών οικονομιών, ενώ προσθέτει άλλον έναν κρίκο στην αλυσίδα των πρωτοβουλιών που αναδεικνύουν τη χώρα μας ως μια δύναμη που επιχειρεί σε πολλές περιπτώσεις να προσανατολίσει και όχι απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί να βρει μια ρεαλιστική συνέχεια, ώστε ο κοινός δανεισμός να γίνει μια διαρκής πραγματικότητα και να μην επιβαρύνονται τα εθνικά δημόσια χρέη», επισημαίνει στα «Π» συνεργάτης του κ. Μητσοτάκη, που υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο Πέδρο Σάντσεθ, παρότι προέρχεται από διαφορετική πολιτική οικογένεια από τη Νέα Δημοκρατία, στηρίζει την πρόταση αυτή, όπως και άλλες πρωτοβουλίες του Έλληνα πρωθυπουργού. «Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιστεύει πραγματικά ότι η κοινή οικονομική δύναμη της Ε.Ε. μπόρεσε να αξιοποιηθεί για πραγματικό όφελος για τα κράτη», τονίζει έτερος συνεργάτης του πρωθυπουργού.