Τα πάνω κάτω στην παγκόσμια αγορά καλλυντικών φέρνει η είσοδος στον κλάδο της Ισπανικής πολυεθνικής εταιρείας ένδυσης Inditex η οποία λάνσαρε τη Zara Beauty.

Τα προϊόντα της Zara Beauty είναι διαθέσιμα διαδικτυακά και σε 22 φυσικά καταστήματα Zara ανά τον κόσμο. Τα 5 από αυτά βρίσκονται στην Ισπανία, ενώ αδιευκρίνιστο παραμένει αν θα υπάρξουν ανεξάρτητα καταστήματα Zara Beauty.

Ο Ισπανικός όμιλος φιλοδοξεί να ανταγωνιστεί τους μεγάλους παγκόσμιους παίκτες όπως είναι οι εταιρείες L’Oréal, Unilever, Estée Lauder και Procter & Gamble (P&G), που αντιπροσωπεύουν το 40% της αγοράς, καθώς έχει δύο βασικά πλεονεκτήματα. Διαθέτει περισσότερα από 6.829 καταστήματα παγκοσμίως και τη δυνατότητα υποστήριξης πωλήσεων, μέσω της ιστοσελίδας της, σε 200 χώρες. Πέρυσι οι πωλήσεις της, ξεπέρασαν τα 20 δισ. ευρώ από 28,2 δισ. ευρώ το 2019. Στην Ελλάδα ο όμιλος Inditex πέτυχε στη χρήση που ολοκληρώθηκε στις 31 Ιανουαρίου του 2020, δηλαδή πριν την πανδημία, πωλήσεις 550 εκατ. ευρώ, μέσω των 7 αλυσίδων με τις οποίες δραστηριοποιείται στη χώρα οι οποίες διαθέτουν αθροιστικά δίκτυο 165 καταστημάτων στο οποίο απασχολούνται 3.956 εργαζόμενοι.

Τα καλλυντικά προϊόντα του ομίλου Inditex κατασκευάζονται στη Γαλλία και στην Ιταλία και σχεδιάστηκαν σε συνεργασία με τη Βρετανίδα Diane Kendal.

Σήμερα ο τομέας των καλλυντικών κυριαρχείται από τέσσερις γίγαντες παγκόσμιας κατανάλωσης, τις εταιρίες: L’Oréal, Unilever, Estée Lauder και Procter & Gamble (P&G), οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 40% της αγοράς. Ο εν λόγω τομέας σημείωσε ταχεία ανάκαμψη, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα των εταιριών για το πρώτο τρίμηνο του 2021. Όλες οι ανωτέρω, εκτός της Unilever, σημείωσαν αύξηση στις πωλήσεις τους κατά το πρώτο τρίμηνο του 2021, συγκριτικά με το αντίστοιχο του 2019. Η αύξηση αυτή έχει γεωγραφική εξήγηση, ήτοι την ασιατική αγορά, η οποία ξεπέρασε την αμερικανική και πλέον αποτελεί τη δεύτερη πιο σημαντική παγκοσμίως. Οι πωλήσεις στην Ασία αυξήθηκαν κατά 29,6%, σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2019, ενώ στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 5%. Η αξία του τομέα των καλλυντικών, παγκοσμίως, ανέρχεται στα 200 δισ ευρώ.

Πηγή: parapolitika.gr