Καμπανάκι για την ανάταξη της οικονομίας, αλλά και για τα στοχευμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν την επόμενη ημέρα από την έξοδο της κρίσης της  πανδημίας αποτελεί η έκθεση από  το Γραφείο Προϋπολογισμού στη Βουλή. Ειδικότερα, το Γραφείο εκτιμά ότι οι δημοσιονομικές δαπάνες που γίνονται για τον κοροναϊό είναι περιορισμένης απόδοσης για ανάταξη της Οικονομίας.

Ακόμα και με 10 δισ. ευρώ ή 5% του ΑΕΠ επεκτατικά μέτρα, η ύφεση που δείχνουν τα προγνωστικά οικονομικά μοντέλα δεν αναχαιτίζεται πάνω από 1,7-1,8% το πολύ. Καθοριστικό φαίνεται πάντως πως θα είναι να γίνουν στοχευμένες δαπάνες «την επόμενη μέρα» της κρίσης, όταν αυτή υπάρξει.

 Με βάση ειδική Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού:

  1. Η ύφεση δεν θα είναι φέτος μικρότερη από 4,5% και μπορεί να φτάσει και στο 11,1%
  2. Στο ιδανικό σενάριο η ύφεση που θα πλήξει τη χώρα μας είναι 6,2% αλλά με μέτρα στήριξης 10 δισ. ευρώ μπορεί να μειωθεί σε 4,4% (βελτίωση 1,8% του ΑΕΠ)
  3. Αν η κρίση παραταθεί η υφεση φτάνει στο 10,2% αλλά με μέτρα 10 δισ. ευρώ μετριάζεται σε 8,5% ( βελτίωση 1,7%)
  4. Στο δυσμενέστερο σενάριο, η ύφεση «κτυπάει» 11,1% του ΑΕΠ αλλά με μέτρα 10 δισ. η ύφεση «μετριάζεται» σε … μόλις (;) 9,4% του ΑΕΠ!

 Την ώρα που ανάβει η συζήτηση για παροχές επιδομάτων «χωρίς αύριο» από το μαξιλάρι των 35 δισ. ευρώ, η Έκθεση του ΓΠΒ σημειώνει τα εξής:

 «Ένα σημαντικό συμπέρασμα είναι η περιορισμένη επίδραση της δημοσιονομικής παρέμβασης στην ένταση της ύφεσης. Ο βασικός λόγος είναι πως η δαπάνη γίνεται είτε με μεταβιβάσεις είτε με αναστολές φόρων που δεν επηρεάζουν άμεσα το ΑΕΠ – όπως θα συνέβαινε αν η δαπάνη γίνονταν με αγορές αγαθών και υπηρεσιών – αλλά έμμεσα μέσω της κατανάλωσης εκείνων που εισπράττουν».

 «Με δεδομένο ότι σημαντικό μέρος της κατανάλωσης στρέφεται στις εισαγωγές, η θετική επίπτωση στο ΑΕΠ περιορίζεται ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά, τα μέχρι σήμερα μέτρα ενισχύουν τη ρευστότητα και διασφαλίζουν τη φερεγγυότητα των νοικοκυριών και επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από την υγειονομική κρίση. Συνεπώς έχουν ως αποτέλεσμα την ελάφρυνση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας και την αποφυγή μιας οικονομικής καταστροφής».

Σύμφωνα με το επιστημονικό επιτελείο του Γραφείου:

 – «απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για τη συγκράτηση της ύφεσης και για να περιοριστούν τα αποτελέσματα υστέρησης, δηλαδή να αποφευχθεί μια μόνιμη αύξηση της ανεργίας και μια υποβάθμιση του παραγωγικού και κεφαλαιουχικού δυναμικού της χώρας καθώς και μια εκ νέου αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων».

 – Ωστόσο «οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης και των συνεπειών της στην οικονομική δραστηριότητα και την ανεργία θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από Ευρωπαϊκούς πόρους» αλλά «η μέχρι τώρα στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μάλλον επιφυλακτική, συγκρινόμενη με τις ιδιαίτερα αποφασιστικές κινήσεις των άλλων μεγάλων οικονομιών (ΗΠΑ, Κίνα)».

 – «η κρισιμότητα της κατάστασης απαιτεί τη λήψη άμεσων μέτρων που θα επιτρέψουν στα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμο εργαλείο για την ενίσχυση της δημόσιας υγείας, την ελάφρυνση των δραματικών συνεπειών στα εισοδήματα των πολιτών και τη λήψη επεκτατικών μέτρων για τη συγκράτηση της ύφεσης».

 – «οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας προβλέπονται ισχυρές και θα έχουν αναπόφευκτες αρνητικές συνέπειες στη δημοσιονομική ισορροπία των περισσότερων κρατών μελών. Συνεπώς θα πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα για τη σταδιακή και ομαλή επαναφορά των κρατών στη δημοσιονομική ισορροπία»

 Για τη συγκράτηση της ύφεσης, τονίζεται στην Έκθεση, «θα απαιτηθούν περισσότερα μέτρα που θα πρέπει να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν από την «επόμενη μέρα», δηλαδή όταν θα έχει υποχωρήσει η υγειονομική απειλή της πανδημίας και θα αρχίσουν να χαλαρώνουν τα περιοριστικά μέτρα».

Τι  προτείνει:

 να προτιμηθούν δαπάνες με αγορές αγαθών και υπηρεσιών καθώς έχουν επιπτώσεις πρώτης τάξης στο ΑΕΠ, σε αντίθεση με τις μεταβιβάσεις και τις φοροαπαλλαγές.

δαπάνες για αναβάθμιση του συστήματος Υγείας, που σε όρους δημόσιων δαπανών είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρωζώνη σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ.

 Όπως εξηγεί, «η ανάληψη μιας τέτοιας δημόσιας επένδυσης, πέρα από την αναβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας για το σύνολο των πολιτών, θα επέτρεπε την αντιμετώπιση μιας μελλοντικής πανδημίας περισσότερο με ιατρικά μέσα και λιγότερο με μέτρα περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας».