Η εφημερίδα «Παραπολιτικά» αποκαλύπτουν γιατί η ελληνική οικονομία έχει αντισώματα απέναντι στην απειλή χρεοκοπίας και επιστρέφει στην επενδυτική βαθμίδα

Ενα δηµοσίευµα της γερµανικής εφηµερίδας «Handelsblatt» στις αρχές της προηγούµενης εβδοµάδας αναπτέρωσε τις ελπίδες της Κουµουνδούρου
για µια αντιπολίτευση που δικαιολογεί την καταστροφολογία. Αυτή τη φορά, το επίδικο θέµα ήταν η οικονοµία και στην πραγµατικότητα έδινε µια αντιπολιτευτική διέξοδο, καθώς η επένδυση που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ στην αποτυχία της διαχείρισης της πανδηµίας δεν έχει αποδώσει. Επιπρόσθετα, του έδινε τη δυνατότητα να «ρεφάρει» σε έναν τοµέα που νοµίζει ότι είναι «το ατού του» (Αλέξης Τσίπρας στο Open, 9/1/2019), όµως οι πολίτες έχουν διαφορετική γνώµη, καθώς σε δηµοσκόπηση της περασµένης εβδοµάδας για θέµατα οικονοµίας εµπιστεύονται κατά 50% τη Ν.∆. και µόλις κατά 22% τον ΣΥΡΙΖΑ (εταιρεία Interview).

Ετσι, στον ΣΥΡΙΖΑ άρχισαν να ενισχύουν τη ρητορική περί δίδυµης αποτυχίας στη διαχείριση της πανδηµίας. Πριν όµως προλάβουν να κλιµακώσουν µιλώντας για νέα µνηµόνια, η αναβάθµιση από τη Standard and Poors το βράδυ της περασµένης Παρασκευής «έβαλε φρένο» στη στρατηγική τους αυτή. Το βασικό πρόβληµα ωστόσο είναι ότι, για όσους -ακόµη και εντός του ΣΥΡΙΖΑ- µπορούν να καταλάβουν τι πραγµατικά συµβαίνει στην οικονοµία, δεν διαφαίνεται καµία πιθανότητα για νέα µνηµόνια, που θα µπορούσαν να «τροµοκρατήσουν» τους πολίτες. Πολύ απλά, διότι δεν στοιχειοθετείται κανένα σενάριο µε το ενδεχόµενο να προκύψουν. Τα «Π» αναδεικνύουν σήµερα τους λόγους για τους οποίους η ελληνική οικονοµία έχει αντισώµατα απέναντι στην απειλή της χρεοκοπίας, ακόµη και µετά τις δαπάνες για τη στήριξη της οικονοµίας από τις επιπτώσεις της πανδηµίας, οι οποίες ξεπέρασαν ήδη τα 45 δισ. ευρώ.
Το ποσό αυτό φυσικά θα επιβαρύνει το δηµόσιο χρέος. Το οποίο και θα φθάσει φέτος ακόµη και στα επίπεδα των 350- 360 δισ. ευρώ. Είναι όµως τέτοια η διάρθρωση των πληρωµών που οφείλει να κάνει το ελληνικό ∆ηµόσιο τουλάχιστον µέχρι το 2040, ώστε δεν υπάρχει καµία «σκιά» στην αποπληρωµή τους. Σύµφωνα µε το προφίλ του χρέους, η µεγαλύτερη αποπληρωµή έρχεται το 2028, όταν και φθάνει τα 11,5 δισ. ευρώ.

Για να γίνει αντιληπτό το πόσο εφικτό είναι η χώρα να διαχειριστεί τις αποπληρωµές, αρκεί να θυµίσουµε ότι στις 18 Μαΐου του 2010, όταν και χρεοκόπησε, χρωστούσε 18 δισ. ευρώ. Πέρα από τη διαφορά στα ποσά, συντρέχει και µια σειρά από λόγους που κάνουν εξαιρετικά ασφαλή την αποπληρωµή του χρέους, γεγονός που επηρεάζει καταλυτικά τις εκτιµήσεις και προβολές των διεθνών οίκων και αποµακρύνουν τα όποια σενάρια για νέο κύκλο µνηµονίων σε συνθήκες επιλεκτικής χρεοκοπίας.

  1. Τα διαθέσιµα του κράτους ξεπερνούν σήµερα τα 30 δισ. ευρώ. Αυτό σηµαίνει ότι η χώρα µπορεί να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της, ακόµη και χωρίς να διαθέτει καθόλου χρήµατα για την αποπληρωµή του χρέους, µπορεί να συνεχίσει να το εξυπηρετεί για τουλάχιστον 3-4 έτη. Το 2010 (ηµέρα της «χρεοκοπίας») τα διαθέσιµα του κράτους ήταν µόλις 3 δισ. ευρώ.
  2. Το σύνολο σχεδόν του δανεισµού έχει γίνει µε όρους σταθερού επιτοκίου, κάτι που σηµαίνει ότι η χώρα είναι θωρακισµένη σε αυξοµειώσεις επιτοκίων διεθνώς. Από το σύνολο του χρέους, µόλις ένα ποσοστό της τάξης του 2% είναι µε όρους κυµαινόµενων επιτοκίων (τα οφείλουµε στο ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο). Επιπρόσθετα, όλοι οι υπολογισµοί της συµφωνίας για το χρέος έγιναν µε την παραδοχή ότι τα επιτόκια δανεισµού που θα αναλαµβάνει η Ελλάδα θα είναι της τάξης του 3,2%. Φέτος, για το σύνολο των εκδόσεων (συµπεριλαµβανοµένης και της 30ετίας) το επιτόκιο διαµορφώνεται σε µόλις 1,3%.
  3. Κατά τη διάρκεια της «συµφωνίας» µε τους θεσµούς για την αναδιάρθρωση του χρέους, συµφωνήθηκε «σιωπηλά και άτυπα», όπως χαρακτηριστικά επισηµαίνει ευρωπαϊκή πηγή στα «Π», ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα αναζητά δανεισµό για λογαριασµό της Ελλάδας. Ετσι, εκµεταλλευόµαστε την αξιοπιστία ενός εκδότη µε πιστοληπτική αξιολόγηση ΑΑΑ και χαµηλότερα προφανώς επιτόκια. Η «συµφωνία» περιλαµβάνει και διάφορα άλλα εργαλεία, όπως η δυνατότητα για «λείανση» του χρέους, µε πρόωρες αποπληρωµές προς την Ε.Ε. Ούτως ή άλλως, τα δύο τρίτα του ελληνικού χρέους βρίσκονται πλέον στα χέρια των Ευρωπαίων δανειστών.
  4. Η ρύθµιση του ελληνικού χρέους ουσιαστικά προβλέπει ότι η Ελλάδα αναλαµβάνει να εξυπηρετεί µόνον τους τόκους, οι οποίοι, σύµφωνα µε την υφιστάµενη διάρθρωση, ανέρχονται σε περίπου 5,5 δισ. ετησίως µέχρι το 2040. Η αποπληρωµή του κεφαλαίου είναι ένα θέµα που απασχολεί τους δανειστές µας, αλλά έχουν αποφασίσει ότι απλώς θα µετακυλίεται διαρκώς στο µέλλον, όπως δηλαδή συµβαίνει µε το χρέος όλων των ανεπτυγµένων χωρών.
  5. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) συνεχίζει να αγοράζει τα ελληνικά οµόλογα µέσω του προγράµµατος PEPP (Ρandemic Εmergency Ρurchase Ρrogramme, έκτακτο πρόγραµµα αγορών λόγω πανδηµίας), βοηθώντας στη διατήρηση σχεδόν αρνητικών επιτοκίων για τα ελληνικά οµόλογα µέχρι τουλάχιστον τον Μάρτιο του 2022. Κυβερνητική πηγή πάντως σχολίαζε στα «Π» ότι ακόµη και αν ολοκληρωθεί το PEPP, η Κεντρική Τράπεζα θα έχει τρόπο να εντάξει τη χώρα στο πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης, ακόµη και αν η αξιολόγηση της Ελλάδας δεν βρίσκεται στην επενδυτική βαθµίδα. Και τούτο διότι…
  6. Ασφαλείς πληροφορίες, προερχόµενες από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, τοποθετούν την επίτευξη της «επενδυτικής βαθµίδας» για την Ελλάδα το διάστηµα µεταξύ του τέλους του 2022 και του πρώτου εξαµήνου του 2023. Τη συγκεκριµένη εκτίµηση ανακοίνωσε και επίσηµα στο Υπουργικό Συµβούλιο της Μ. ∆ευτέρας ο υπουργός Οικονοµικών, Χρ. Σταϊκούρας. Είναι προφανές ότι στην ΕΚΤ δεν θα ήθελαν να καταστρέψουν όποια πρόοδο έχει συντελεστεί στην αξιοπιστία και στο αξιόχρεο της χώρας, αφήνοντας εκτός επαναγοράς τα ελληνικά οµόλογα για µερικούς µόνο µήνες. Ακόµη πάντως και αν έκαναν µια τέτοια ενέργεια, δεν θα είχε ουσιαστικό αντίκτυπο στην οικονοµία της χώρας. Περισσότερο θα ήταν συµβολικός. Βεβαίως, µετά την επάνοδο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθµίδα, η χώρα θα απολαµβάνει τη σταθερότητα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών οικονοµιών.
  7. Ο έβδοµος και από τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες που διασφαλίζουν την πορεία της χώρας είναι η αξιοπιστία. Αυτή ήταν που έκανε τους θεσµούς να ρυθµίσουν µε τόσο ευνοϊκό τρόπο το χρέος µας. Ηταν αυτή που βάρυνε στην ΕΚΤ να µας εντάξει (ακόµη και κατά παρέκκλιση) στα προγράµµατα επαναγοράς οµολόγων. Ηταν αυτή που τους έπεισε να δανείζονται για λογαριασµό µας.

Σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία, οι επιτελείς στις Βρυξέλλες εκτιµούν κυρίως δύο γεγονότα: Πρώτον, ότι δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποια µείζονα πολιτική κρίση, ακόµη και µε την προοπτική των διπλών εκλογών όταν αυτές προκύψουν. ∆εύτερον, ότι σήµερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει η «παλαβή» αντιπολίτευση της περιόδου 2012-2015, η οποία οδήγησε και στο εκτός κάθε «προδιαγραφής» πρώτο εξάµηνο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. Αυτό το κλίµα σταθερότητας εκτιµάται µε ασφάλεια ότι θα έχει ως αποτέλεσµα την αύξηση του ΑΕΠ κατά τα επόµενα χρόνια. Τις προσεχείς ηµέρες (στο Μεσοπρόθεσµο και στο Πρόγραµµα Σταθερότητας που θα αποστείλει το υπουργείο Οικονοµικών στις Βρυξέλλες) αναµένεται µια αναθεώρηση της πρόβλεψης για την ανάπτυξη του 2021 στο επίπεδο του 3,8%, ενώ τον επόµενο χρόνο η πρόβλεψη είναι για ανάπτυξη της τάξης του 5%. Καθώς το χρέος αποτυπώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι προφανές ότι όσο το ΑΕΠ αυξάνεται, το χρέος θα είναι ακόµη πιο εύκολα διαχειρίσιµο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά την Μεγάλη Πέμπτη 29 Απριλίου