Ευρεία αντίσταση κατά της προωθούμενης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβολής ανώτατου ορίου (10.000 ευρώ) στη χρήση μετρητών στις συναλλαγές προβάλλεται στην Αυστρία, τόσο από τον πληθυσμό – στη συντριπτική του πλειονότητα – όσο από τις οργανώσεις προστασίας καταναλωτών στο σύνολό τους, αλλά επίσης, εμμέσως πλην σαφώς, από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση συνασπισμού Λαϊκού Κόμματος και Πράσινων.

Με κάθε σαφήνεια, ο Μπερντ Λάουσεκερ από την Ένωση Ενημέρωσης Καταναλωτών απορρίπτει περιορισμούς στις πληρωμές με μετρητά, τονίζοντας πως “τα μετρητά είναι ένα κομμάτι της ελευθερίας” και πως η ανωνυμία τους, που τώρα απειλείται με υπονόμευση, εκτιμάται ιδιαίτερα από τον πληθυσμό.

Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Οικονομικής Ψυχολογίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης Μπερναντέτε Κάμλαϊτνερ γνωρίζει, όπως αναφέρει σε δηλώσεις της, πως προκαλείται αναταραχή όταν πρόκειται για μετρητά καθώς, όπως επισημαίνει, “σε τελική ανάλυση, τα χρήματα αντιπροσωπεύουν την ελευθερία”.

“Όταν περιορίζω τους ανθρώπους όσον αφορά τη χρήση των χρημάτων τους, περιορίζω την ελευθερία τους, και το βρίσκω ανησυχητικό όταν καταπολεμούνται τα μετρητά, διότι αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν λιγότερο έλεγχο στα χρήματα”.

Επιπλέον, κατά την άποψή της, αυτοί οι περιορισμοί αντιπροσωπεύουν απώλεια ιδιωτικής ζωής και ελέγχου, κάτι που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τον φόβο για μια κατάσταση επιτήρησης, ενώ “πρόκειται για πραγματική απώλεια ελέγχου, διότι είναι πιο εύκολο να παρακολουθείται κάποιος στις συναλλαγές του”.

Όπως έχει γίνει γνωστό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της καταπολέμησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, θέλει να περιορίσει τη χρήση μετρητών, με το μέγιστο δυνατό ποσό για πληρωμές σε μετρητά να φέρεται επί του παρόντος πως θα είναι τα 10.000 ευρώ, ενώ οι σχετικές λεπτομέρειες θα ακολουθήσουν τον ερχόμενο Μάρτιο.

Πολιτικά, οι περιορισμοί σε μετρητά είναι „ένα καυτό ζήτημα στο οποίο κανείς δεν θέλει να κάψει τα δάχτυλά του”. Για παράδειγμα, πριν από δύο χρόνια το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο ηγείτο και τότε της αυστριακής κυβέρνησης, ήθελε να αναβαθμίσει σε συνταγματικό νόμο το δικαίωμα χρήσης μετρητών, ωστόσο το σχετικό νομοσχέδιο δεν συγκέντρωσε τον Σεπτέμβριο του 2019 την απαραίτητη πλειοψηφία των δύο τρίτων.

Σε σχέση με τις τωρινές προθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν υπάρχει ακόμη σαφής τοποθέτηση του αυστριακού υπουργείου Οικονομικών, του οποίου ηγείται ο προερχόμενος από το Λαϊκό Κόμμα Γκέρνοτ Μπλιούμελ και το οποίο παραπέμπει προς το παρόν μόνον στο πρόγραμμα του αυστριακού κυβερνητικού συνασπισμού.

Στο κυβερνητικό πρόγραμμα υπάρχει μεν η “δέσμευση για διατήρηση των μετρητών”, αλλά μόνον “στο πλαίσιο των ισχυόντων κανονισμών ως προς το ξέπλυμα χρήματος”, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, διατύπωση, που, σύμφωνα με αναλυτές, θα μπορούσε να προσφέρει τη δυνατότητα στην ΕΕ να προχωρήσει στις προθέσεις της.

Πρόσφατη μεγάλη έρευνα, που πραγματοποίησε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Βιέννης για λογαριασμό της Αυστριακής Κεντρικής Τράπεζας και του διεθνώς γνωστού “Νομισματοκοπείου Αυστρίας”, κατέγραφε ότι για την συντριπτική πλειονότητα των συναλλαγών τους, σε ποσοστό 80 %, οι Αυστριακοί εξακολουθούν και θα εξακολουθήσουν και στο μέλλον να χρησιμοποιούν μετρητά.

Μάλιστα αυτό ισχύει και για τις νεαρές ηλικίες, όπου το ποσοστό εκείνων που επιθυμούν να συνεχίσουν και στο μέλλον να χρησιμοποιούν μετρητά για τις συναλλαγές τους κυμαίνεται επίσης μεταξύ 70% και 80%.

Την περασμένη εβδομάδα, η ομάδα εμπειρογνωμόνων της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας χαρακτήρισε τα μετρητά „εργαλείο επιλογής για εγκληματίες”.

Ο Μπερντ Λάουσεκερ της πανίσχυρης Ένωσης Ενημέρωσης Καταναλωτών στην Αυστρία αναφέρει ότι δεν είναι πεπεισμένος ότι τα ανώτερα όρια μετρητών είναι κατάλληλα για την καταπολέμηση του εγκλήματος και του ξεπλύματος χρήματος, που συχνά, όπως ο ίδιος επισημαίνει, γίνεται μέσω επιχειρήσεων, όπως καταστήματα, τα οποία εισπράττουν μικρά ποσά και άρα δεν επηρεάζονται από ένα όριο μετρητών.

Συνεπώς, όπως σημειώνει, στο ερώτημα ως προς το εάν υπάρχει ισορροπία ανάμεσα σε οφέλη και μειονεκτήματα από τέτοιες ρυθμίσεις, η απάντηση από μέρους του είναι σαφώς αρνητική.

Ο ίδιος θεωρεί τη θέσπιση ενός ανώτατου ορίου 10.000 ευρώ ως ένα πρώτο βήμα, από το οποίο οι απλοί καταναλωτές δεν επηρεάζονται καθόλου στην καθημερινή ζωή, ωστόσο, όπως προειδοποιεί, κατόπιν το όριο θα μειώνεται συνεχώς μέχρι να επηρεάσει τους ανθρώπους και αυτό καθότι, σύμφωνα με τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη-μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν πολύ χαμηλότερα όρια (από τις 10.000 ευρώ).

Ο Μπερντ Λάουσεκερ παρατηρεί ότι στην Αυστρία ή τη Γερμανία δεν υπάρχουν επί του παρόντος ανώτατα όρια χρήσης μετρητών, όμως αυτά ισχύουν σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Ταυτόχρονα, ο Λάουσεκερ ασκεί κριτική στο γεγονός, όπως αναφέρει, ότι οι τράπεζες ή οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μέσω συναλλαγών χωρίς μετρητά λαμβάνουν όλα τα δεδομένα και “με τον τρόπο αυτό παρέχεται και πάλι νομική υποστήριξη ώστε όλοι αυτοί να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε τέτοια δεδομένα”.

Πηγή: parapolitika.gr